top of page

Ιστορία 6η: Το χταπόδι και εγώ


Πηγή φωτό: displate.com


Το χταπόδι και εγώ


Ποτέ μου δεν ένιωθα καλά μέσα στην θάλασσα, από μικρό παιδί ως και σήμερα που σας γράφω-μητέρα δύο παιδιών- ενός εκ του οποίου μου ζητήθηκε αυτή η εργασία.

Αυτή η αίσθηση του αγνώστου κάτω απ' τα πόδια μου την ώρα που κολυμπάω φαντάζει ακόμα και τώρα τρομακτική. Με θυμάμαι πολύ καλά να κολυμπάω και οι σκιές από τα φύκια ή τα βράχια να φαντάζουν για μένα θαλάσσια τέρατα έτοιμα να ανοίξουν το στόμα τους να με καταβροχθίσουν.

Η ιδέα του πατέρα μου να ξεκινήσω βουτιές με μάσκα, βοήθησε πάρα πολύ να χαλαρώσω και να δω τα πράγματα ξεκάθαρα και στην πραγματική τους διάσταση. Όμως χωρίς αυτή, ήμουν σαν έναν στρατιώτη άοπλο στη μάχη. Η δική μου ιστορία ξεκινάει ένα μεσημέρι καλοκαιριού, σε ένα νησάκι του Αργοσαρωνικού την περίοδο των οικογενειακών μας διακοπών.

Είχαμε γυρίσει από την πρωινή εξόρμηση στην παραλία και ήταν η πιο βαρετή ώρα της ημέρας. Έπρεπε να μείνω απόλυτα ήσυχη, να μην ενοχλήσω κανέναn φιλοξενούμενο του ξενοδοχείου που μέναμε. Οι γονείς μου κοιμόντουσαν και αυτοί κι αυτές οι δύο ώρες στη βεράντα του δωματίου μού φαίνονταν αιώνες. Πέρα απ' τα τζιτζίκια δεν άκουγα τίποτα άλλο.


Αλλά, ξαφνικά, αυτήν τη βαρετή μονοτονία έσπασε η γλυκιά φωνή της θείας μου, που με φώναζε απ' το διπλανό δωμάτιο.

- Έχεις όρεξη, για βόλτα στο λιμάνι και παγωτό ; (Καλά; Ρωτάνε τέτοια πράγματα;; ) - Εννοείται!

Αφήσαμε ένα σημείωμα στο κομοδίνο της μαμάς και φτου ξελευθερία ...

Με το παγωτό στο χέρι βρεθήκαμε να περπατάμε στη μικρή μαρίνα του νησιού και βλέπαμε τα καΐκια, τα σκάφη και τους γλάρους. Χωρίς να το καταλάβω, ίσως να φταίει και το παγωτό γι'αυτό, κάτσαμε στην προβλήτα και τα πόδια μας κρεμόντουσαν προς την θάλασσα χωρίς να φτάνουν να ακουμπήσουν το νερό.

Για μια στιγμή κοίταξα προς τα κάτω τα σκούρα νερά, αλλά δίχως να το καταλάβω πάλι η θεία με τη γλυκιά φωνή της, με παρέσυρε να κοιτάξω πέρα μακριά και μου έλεγε για τα παράπλευρα νησιά γύρω μας. Ξαφνικά βρέθηκα να ταξιδεύω στις Σπέτσες την περίοδο της επανάστασης του 21, αλλά δεν πρόλαβα να ολοκληρώσω το ταξίδι μου, ένα έντονο σφίξιμο στο πόδι μου με επανέφερε σε μια τρομακτική κατάσταση. Την περιπετειώδη αφήγηση της θείας μου διέκοψαν απότομα τα ουρλιαχτά μου.

Μουδιασμένη παρακολουθούσα ένα χταπόδι να σκαρφαλώνει στο πόδι μου, και με τα οκτώ του πόδια, παρακαλώ, και όσο ανέβαινε τόσο με έσφιγγε πιο πολύ. Ήμουν αδύναμη να αντιδράσω. Δε μπορούσα καν να κουνηθώ, δεν μπουρούσα να κάνω τίποτα άλλο απ' το να ουρλιάζω όσο πιο "ουρλιαχτικά" γινόταν.

Η θεία μου πάλι απ' την πλευρά της τρόμαξε τόσο πολύ απ' την τσιριδωτή τσιρίδα μου που πανικοβλήθηκε και σηκώθηκε με αλλοπρόσαλλες κινήσεις και άρχισε να κοπανιέται και να τσιρίζει παρέα μου .

Όπως καταλαβαίνετε πάνω στο κοπάνημα της μου έριξε το παγωτό στην θάλασσα . ..... ( Δε μπορούσε να γίνει χειρότερο. Τώρα σίγουρα έκλαιγα και με αναφιλητά)

Από δω και πέρα το μόνο που θυμάμαι είναι πολλούς άγνωστους ανθρώπους κοντά μας. Και σίγουρα δε θυμάμαι με ποιον τρόπο έφυγε το χταπόδι από πάνω μου.

Η επόμενη μου ανάμνηση είναι στο βαρετό δωμάτιο του ξενοδοχείου στην αγκαλιά της μαμάς, όπου ένιωσα να αναπνέω ξανά και η καρδιά μέσα στην αγκαλιά της άρχισε να χτυπά κανονικά. Φυσικά το βραδάκι τρώγαμε όλοι μαζί και γελούσαμε με τα χάλια μου και φυσικά και κέρδισα και δεύτερο παγωτό και γω και τα αδέλφια μου !!!! Ρωτήστε με ότι θέλετε, έχω πολλές ιστορίες και με την θάλασσα και με την θεία μου να σας διηγηθώ, μην με ρωτήσετε αν τρώω χταπόδι .


Όχι , όχι , όχι , όχι , όχι και πάλι όχι.

Για τον Δ. Π. Η μαμά του






bottom of page